Γιατί παχαίνουμε το χειμώνα…;

tin-nhan-quang-cao-hieu-qua-1

«Τρώμε περισσότερο για να μην κρυώνουμε». Πολλοί το πιστεύουν και άλλοι τόσοι το κάνουν, όμως η αλήθεια είναι αρκετά διαφορετική καθώς η πεποίθηση αυτή είναι εσφαλμένη και άκρως παραπλανητική. Παλιότερα, υπήρχε η άποψη πως ο άνθρωπος είναι γενετικά προγραμματισμένος κάθε φθινόπωρο να αυξάνει τα αποθέματα λίπους στο σώμα του για να αντέξει στις δύσκολες καιρικές συνθήκες.

Αυτό δεν φαίνεται να ευσταθεί καθότι στη σύγχρονη εποχή δεν υπάρχει η ανάγκη να αποθηκεύουμε λίπος μια και υπάρχει αφθονία φαγητού. Επιπλέον, είναι μύθος να πιστεύουμε πως το επιπλέον σωματικό λίπος μας «μονώνει» από το κρύο, αφού στην πραγματικότητα μας κάνει να κρυώνουμε περισσότερο. Και αυτό, διότι αυτό το είδος λίπους είναι λευκός λιπώδης ιστός που λειτουργεί απλώς ως αποθήκη ενέργειας (θερμίδων) σε αντίθεση με το θερμογόνο καφέ λίπος, το οποίο διαθέτουν σε αφθονία μόνο τα μωρά, ενώ οι ενήλικες το φέρουν σε περιορισμένες ποσότητες.

Για κάθε τι που αλλάζει στο σώμα και την οργανική λειτουργία υπάρχει μια ή περισσότερες αιτίες. Η βιολογική και πρακτική εξήγηση για το γεγονός ότι κάθε φορά που χειμωνιάζει πεινάμε περισσότερο έρχεται εύκολα αν σκεφτούμε τα παρακάτω:

Πεινάμε περισσότερο. Δεν αποτελεί έκπληξη πως το κρύο ανοίγει την όρεξη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι μεταβολικές καύσεις αυξάνονται για να παραχθεί ενέργεια που θα διατηρήσει φυσιολογική τη σωματική θερμοκρασία κόντρα στις χαμηλές περιβαλλοντικές θερμοκρασίες. Αυτό οδηγεί στο να καταναλώνουμε μεγαλύτερες ποσότητες φαγητού, με μια μικρή προτίμηση στις λιπαρές τροφές· αν, όμως, αφήσουμε ανεξέλεγκτο το αίσθημα της πείνας, η ζυγαριά θα κάνει πάρτι!

Πίνουμε περισσότερο για να ζεσταθούμε. Παρότι πολλοί είναι εκείνοι που καταφεύγουν στο ποτό για να ζεσταθούν, τελικά το αίσθημα ζεστασιάς που αισθάνονται χάρη στο αλκοόλ δεν είναι μόνο προσωρινό, αλλά αποδεικνύεται πως λειτουργεί αντίστροφα! Σύμφωνα με μελέτες, το αλκοόλ αυξάνει τη ροή του αίματος προς το δέρμα· εκεί υιοθετεί τη θερμοκρασία του κρύου δέρματος και επιστρέφει με μικρότερη θερμοκρασία στην καρδιά για να διοχετευτεί ξανά σε όλο το σώμα. Ως συνέπεια, ελαττώνεται σημαντικά η εσωτερική θερμοκρασία του σώματος. Την ίδια ώρα, χάρη στη χαλαρωτική επίδραση του αλκοόλ αποδυναμώνονται τα αντανακλαστικά που ρυθμίζουν τη σωματική θερμοκρασία, περιορίζοντας έτσι την ικανότητα του ρίγους. Με άλλα λόγια, το αλκοόλ μας κάνει να κρυώνουμε χωρίς καν να το καταλαβαίνουμε. Επιπλέον, από ερευνητική μελέτη του 2005, προκύπτει ότι ακόμη και ένα μόνο ποτό είναι αρκετό να διεγείρει την εφίδρωση, ώστε να αντισταθμιστεί η αίσθηση ζεστασιάς που προκαλεί η αυξημένη ροή αίματος στο δέρμα.

Τρώμε παχυντικά. Λίγο ο ήλιος, λίγο η καλή μας διάθεση, το καλοκαίρι ενστικτωδώς επιλέγουμε τρόφιμα που μπορούν να μας δροσίσουν (λχ. σαλάτες και δροσερά φρούτα, ελαφρά φαγητά κλπ.). Σε αντίθεση, το χειμώνα καταναλώνουμε με περισσή ευχαρίστηση λιπαρά και «πλούσια» σε θερμίδες τρόφιμα. Αυτό συμβαίνει για δύο σημαντικούς λόγους, είτε εξαιτίας της φυσιολογίας του οργανισμού ή εξαιτίας της «βαριάς» ψυχολογίας του χειμώνα. Από τη μία, όσο πιο βαρύ είναι ένα φαγητό, τόσο πιο χρονοβόρα και έντονη είναι η πέψη παράγοντας περισσότερη θερμότητα. Από την άλλη ο χειμώνας συνδέεται με περισσότερες «σκοτεινές ώρες», κλείσιμο στο σπίτι και μελαγχολική διάθεση, ωθώντας μας σε οτιδήποτε μπορεί να δημιουργήσει αίσθημα ευφορίας στον εγκέφαλο, με πρώτες τις τροφές με υψηλό γλυκαιμικό δείκτη, όπως τα γλυκά και τα φαγητά που περιέχουν υδατάνθρακες και σάκχαρα.

Κινούμαστε λιγότερο. Η κουβέρτα στον καναπέ μπροστά από την τηλεόραση και η κατά το δυνατόν συντομότερη βόλτα μέχρι την κοντινή καφετέρια είναι η αγαπημένη καθημερινή συνήθεια του χειμώνα. Τί γίνεται όμως αν προσθέσουμε στην εξίσωση τον καφέ συνοδεία ενός ωραίου γλυκού ή μια ζεστή σοκολάτα, που θα μας «χαρίσουν» εύκολα θερμίδες που δεν θα χρησιμοποιηθούν αλλά θα αποθηκευτούν ως λίπος; Ο περιορισμός της κίνησης το χειμώνα, είτε λόγω κρύου, είτε εξαιτίας αυξημένων υποχρεώσεων και ενίοτε, κακοδιαθεσίας, προσδίδει θετικό πρόσημο στο ενεργειακό μας ισοζύγιο με τα γνωστά στενάχωρα αποτελέσματα στη ζυγαριά…

Είμαστε… ντυμένοι. Με αφορμή το κρύο έχουμε την ευκαιρία να καλύψουμε τις περισσότερες ατέλειες του σώματος, φορώντας πολλά ρούχα σε σχέση με κολλητά t-shirts ή τα… άκρως αποκαλυπτικά ρούχα του καλοκαιριού. Έτσι, την «κοιλίτσα» καλύπτει ένα «πέπλο μυστηρίου», κάνοντάς τη σχεδόν ανύπαρκτη.

Τσιμπολογάμε πολύ. Για τους περισσότερους από εμάς το κλείσιμο στο σπίτι, σε συνδυασμό με το άγχος της δουλειάς ή των οικονομικών μας, εκτονώνεται στο συνεχές ανούσιο τσιμπολόγημα. Όμως, δεν τρώμε φρούτα ή γιαούρτια, όπως το καλοκαίρι, αλλά οτιδήποτε νόστιμο και «ζεστό» υπάρχει στην κουζίνα. Έτσι, προσλαμβάνουμε αρκετές επιπλέον θερμίδες, που αυξάνουν αργά και σταθερά το βάρος μας.

Πίνουμε λιγότερο νερό. Όσο δελεαστικό είναι το δροσερό νερό το καλοκαίρι, τόσο αδιάφορους μας αφήνει το χειμώνα. Το νερό όμως είναι απαραίτητο και ιδιαίτερα ευεργετικό για το σώμα όλο το χρόνο. Ενίοτε μας κόβει ή «ξεγελάει» την όρεξη, ακόμη κι αν δεν το αντιλαμβανόμαστε, ενώ χωρίς αυτό, αναζητούμε ακόρεστα τροφές που μας φορτώνουν με περιττές θερμίδες.

Βέβαια, το πόσο θα αυξηθεί και πού θα φτάσει το βάρος μας μετά το χειμώνα δεν είναι απόλυτο. Έχει υπολογιστεί ότι κατά μέσο όρο για τους χειμερινούς μήνες το βάρος μας αυξάνεται μόλις κατά μισό κιλό, όμως δεν ισχύει για όσους ήδη διαθέτουν περιττά κιλά. Σε αυτή την περίπτωση εύκολα φτάνουμε στα 3 ή 4 επιπλέον κιλά. Αν δε, αναλογιστούμε πως παραπάνω από έξι στους δέκα Έλληνες λογίζονται πλέον ως υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, γίνεται αντιληπτό πως για την πλειοψηφία από εμάς τα 3-4 κιλά αποτελούν το πιθανότερο σενάριο.

Leave your comment